Κεντρική ψαραγορά. Τετάρτη μεσημέρι. Κάτι σαν ανατολίτικο παζάρι. Χάνομαι στις μυρωδιές και στις φωνές. Περπατάω και χαζεύω. Με έχουν πάρει είδηση οι ψαράδες και δεν μου κολλάνε. Ξαφνικά σταματάω σε ένα ψαράδικο, χωρίς να ξέρω γιατί. Αφού είναι όλα τα ίδια, αναρωτιέμαι. Και όμως, αυτό διαφέρει. Κοντοστέκομαι και παρατηρώ. Προσπαθώ να βρω μία μία τις διαφορές, όπως κάναμε μικροί. Πρώτη διαφορά: τα ψάρια είναι σε ακριβή παράταξη. Δεύτερη διαφορά: ο πάγος λες και είναι πιο φρέσκος, πιο λευκός, σαν φρεσκοστρωμένο κρεβάτι. Τρίτη διαφορά: το μαγαζί τρίζει από καθαριότητα. Θα μπορούσε εύκολα να είναι φαρμακείο. Τέταρτη διαφορά: ο κόσμος που δουλεύει εδώ δεν κάθεται. Κινείται. Κάνει κάτι συνέχεια. Και χαμογελάει. Κι εκεί που νιώθω ότι τελείωσα με το κουίζ, αντικρίζω και την υπεύθυνη του καταστήματος. Μια κυρία γύρω στα 40. Στέκεται στη μέση του μαγαζιού. Όρθια, δεν κρέμεται. Φοράει μια κολαρισμένη πεντακάθαρη στολή, σαν να την έβαλε μόλις, κι ας είναι μεσημέρι. Οι γαλότσες της...